Η γραφομηχανή είχε ένα θόρυβο που ενώ πραγματικά ήταν μονότονος και εκνευριστικός, εσύ τον άκουγες ως την πιο γλυκιά μελωδία στ’ αυτιά σου.

Ειδικά όταν, στην αίθουσα σύνταξης, κάθε δημοσιογράφος ταλαιπωρούσε (με τα δύο δάχτυλα) τη δική του γραφομηχανή, θεωρούσες ότι ήσουν σε συναυλία! Ξαφνικά ήταν σα να εναρμονίζονταν οι ήχοι και κάμποσα άτομα κατέθεταν τη ψυχή τους για να βγει το επόμενο φύλλο της εφημερίδας.

Μπορεί να ακούγεται παλαιολιθικό, ακόμα και αστείο για τη νέα γενιά. Μπορεί να ακούγεται επίσης ως μια νοσταλγική ανάμνηση μιας εποχής ρομαντικής. Μόνο που θα σας απογοητεύσω. Η εποχή δεν ήταν ρομαντική, αλλά ουσιαστική. Η γραφομηχανή ήταν το σύμβολο της δημοσιογραφίας, άλλωστε αυτό σίγουρα το έχετε δει σε αφίσες.

Το παρακάτω σκίτσο, για παράδειγμα, έχει τη δική του ιστορία.

Είναι ακριβώς η κατάσταση που επικρατούσε επί χούντας. Με τη λογοκρισία που είχε επιβάλλει το καθεστώς, έχοντας προσλάβει μάλιστα λογοκριτές της εποχής του Μεταξά. Και όταν ο Σεραφείμ Φυντανίδης διαμαρτυρήθηκε του απάντησε ο Παπαδόπουλος: «Μα ακριβώς γι αυτό προσέλαβα ηλίθιους, για να σε ξεφτιλίσω. Διότι θα μπορούσα να προσλάβω καθηγητές Πανεπιστημίου. Και πάλι εσείς θα κάνατε τα κόλπα σας».

Επί της ουσίας τα χέρια του δημοσιογράφου έχουν χειροπέδες. Κι έτσι χειρίζεται τη γραφομηχανή.

Για να επανέλθουμε… Ήταν μια ολόκληρη μυσταγωγία. Αφου ολοκλήρωνες το ρεπορτάζ (χωρίς κινητά τηλέφωνα τότε) είτε επιστρέφοντας από κάποιο γεγονός είτε μετά από τηλεφωνήματα, έφτανε η ώρα!

Έπαιρνες χαρτί! Το περνούσες στον κύλινδρο… Το «κρακ-κρακ» που ακουγόταν όπως το γυρνούσες με τη ροδέλα στον κύλινδρο ήταν η πρώτη ένδειξη: Ήσουν έτοιμος! Ρύθμιζες την απόσταση ώστε να είναι δέκα λέξεις σε κάθε αράδα (ώστε να γνωρίζεις πόσες λέξεις έχεις γράψει). Σκεφτόσουν λίγο (οι περισσότεροι άναβαν/ανάβαμε τσιγάρο).

Και πατούσες το πρώτο πλήκτρο…

Και στη συνέχεια με μανιώδεις ρυθμούς χτυπούσες το πληκτρολόγιο. Με τα δύο δάχτυλα, έτσι; Το τυφλό σύστημα ήταν για τους προνομιούχους (!) οι περισσότεροι αυτοδίδακτοι με τα δύο δάχτυλα μάθαμε.

Και μετά τη γραφομηχανή με τα δύο δάχτυλα συνεχίσαμε να γράφουμε και στο PC…

Εκείνη η διαδικασία ήταν… ψυχική κατάθεση! Κάθε χτύπημα σε πλήκτρο και μια ευφορία. Κάθε αλλαγή αράδας (σιγά μην είχαμε κι αυτόματη) με το μαρκούτσι που ήταν στα πλάγια και μια ικανοποίηση!

Η γραφομηχανή ήταν ψυχή… Αισθανόσουν ότι εκείνη τη στιγμή που έγραφες μπορούσες να ελέγξεις τον κόσμο. Κι όταν πατούσες το τελευταίο πλήκτρο και γύριζες τον κύλινδρο για να βγάλεις το χαρτί και να παραδώσεις το κείμενο ήταν το επόμενο level.

Χίλια συγνώμη αλλά αυτή την ικανοποίηση το PC ή το laptop δε μπορούν να σου τη δώσουν.

Πιθανότατα γιατί και η δημοσιογραφία τείνει να γίνει (αν δεν έχει ήδη γίνει) κάτι άψυχο!

Η γραφομηχανή ήταν κάτι δικό σου. Την έβαζες μέσα σε εκείνα τα αλήστου μνήμης βαλιτσάκια και την κουβαλούσες ακόμα και στο εξωτερικό για να στείλεις το fax (άλλη απαρχαιωμένη ιστορία).

Την έβγαζες μπροστά σου κι αισθανόσουν πανέτοιμος. Η σχέση δημοσιογράφου- γραφομηχανής δεν υποκαταστάθηκε ποτέ από τη σχέση δημοσιογράφου- κομπιούτερ.

Η δύναμη που εξέπεμπε η γραφομηχανή στα χέρια του δημοσιογράφου ΔΕΝ ΑΠΟΤΥΠΩΝΕΤΑΙ στην αντίστοιχη του PC.

Το συναίσθημα που έβγαινε δε μπορεί να είναι ίδιο. Δε ξέρω γιατί αλλά δεν είναι

Δεν είναι τυχαίο ότι λίγα χρόνια μετά το τέλος της γραφομηχανής άρχισε να… χάνεται και η δημοσιογραφία που ξέραμε.

Δεν είμαι εναντίον της τεχνολογίας. Το αντίθετο… Είμαι υπέρ της αφού σε βοηθά και κάνει τη ζωή σου ευκολότερη.

Είμαι εναντίον του να σε κυριεύσει η τεχνολογία. Είμαι εναντίον του να υποκαθιστούν οι μηχανές την ανθρώπινη ψυχή.

Κι αυτό έγινε και στη δημοσιογραφία. Μια εξέλιξη που έμεινε ανεξέλεγκτη κι εκτός από τη γραφομηχανή και τις αναμνήσεις που αποτύπωσα, πήρε και τη δημοσιογραφία μαζί.